γάρρα

γάρρα· ῥάβδος, Hsch. [full] γάρρης· ἄρρης (i. e. ϝάρρης,
A = ἄρρην), Id. [full] γαρρίαι· γάμοι, Id. [full] γαρριώμεθα· λοιδορούμεθα, Id. [full] γάρσανα· φρύγανα (Cret.), Id. [full] γάσος, , cheat, rogue, Id.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γέρρον — γέρρον, το (Α) 1. κάθε αντικείμενο πλεγμένο από ευλύγιστες βέργες, συνήθως λυγαριάς 2. η επιμήκης ασπίδα τών Περσών, σκεπασμένη με δέρμα βοδιού 3. το ψαθωτό τμήμα τής άμαξας 4. η γερροχελώνη, δηλ. πολιορκητική μηχανή σε σχήμα χελώνας… …   Dictionary of Greek

  • ĝers- —     ĝers     English meaning: to turn, bend     Deutsche Übersetzung: “drehen, biegen; also von Zweigen and Buschwerk”     Material: Arm. caṙ “tree”, pl. “ brushwood “ (*ĝr̥so ); caṙay (*gr̥ üti ) ‘servant, Knecht”; cuṙ ‘slant, skew,… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.